12 πανέμορφα παραδοσιακά καφενεία στην Ελλάδα!

Το παραδοσιακό ελληνικό καφενείο είναι ένας θεσμός που μετράει χρόνια στην ελληνική κοινωνία. Ξεκίνησε αφιερωμένος σχεδόν αποκλειστικά στους άνδρες και παραμένει έτσι στα περισσότερα μέρη της επαρχίας αν και πλέον οι γυναίκες δίνουν εκεί δυναμικό «παρών».

Ένα άκρως σεξουαλικό πάρκο

Ένα πάρκο όπου η τέχνη και η σεξουαλικότητα συναντώνται, λειτουργεί στο νησί Jeju της Νότιας Κορέας από το 2004. Το Jeju Loveland φιλοξενεί πάνω από 140 αγάλματα και γλυπτά σε άκρως ερωτικές στάσεις, τα οποία...

Εκπληκτική βιβλιοθήκη-μουσείο στην Πράγα!

Η ιστορία του χρονολογείται από τον 11ο αιώνα ως ένα παρεκκλήσι του Αγιου Κλήμεντος για να γίνει στη μεσαιωνική περίοδο ένα Δομινικανό μοναστήρι που το 1556 μετατράπηκε σε...

Μποκαμβίλια το λουλούδι που στολίζει τα σπίτια μας...

Η μπουκαμβίλια είναι φυλλοβόλο φυτό, τα φύλλα της φέρουν μίσχους είναι ακέραια, μεγάλα, χνουδωτά και έχουν σχήμα καρδιάς ή νεφρού. Τα άνθη της είναι όμορφα, ζωηρόχρωμα, μετρίου μεγέθους σε ποικίλους χρωματισμούς. Η υφή τους είναι χάρτινη και με την πάροδο μερικών εβδομάδων πέφτουν και αντικαθίστανται με καινούργια. Μπορεί να είναι λευκά, ροζ, κόκκινα, βυσσινί, μοβ και πορτοκαλί.

Ο άνθρωπος που θυμάται τα πάντα στη ζωή του

Νεαρός Βρετανός θυμάται με λεπτομέρειες τι έκανε κάθε ημέρα τα τελευταία εννέα χρόνια! Πρόκειται για έναν από τους ελάχιστους ανθρώπους που έχουν την ικανότητα να θυμούνται λεπτομέρειες που συνέβησαν πριν πολλά χρόνια.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11/02/2016

Το λεξικό των τσοπάνηδων: Λέξεις που πρέπει όλοι να γνωρίζουμε


Αποκόβω: απογαλακτίζω.
Αγγειό (το): δοχείο, σκεύος.
Ανάρμεγος: το θηλυκό ζώο που δεν έχει αρμεχθεί. Είναι ανάρμεγο το κοπάδι.
Απλάδι (το): Κλινοσκέπασμα από προβατίσιο μαλλί….
Αρβάλι (το): Χάλκινο ή τσίγκινο στρογγυλό δοχείο με χερούλι για το άρμεγμα των ζώων.
Αρνάδα: Χρονιάρα προβατίνα που κρατήθηκε για «έχει», δηλ. για αναπαραγωγή. Στα γίδια λέγεται κατσικάδα.
Ασαλά(γ)ητος: αυτός που δεν παίρνει από ορμήνιες, που κάνει ότι του κατέβει στο μυαλό.
Βάκρα: Προβατίνα με άσπρο τρίχωμα στο σώμα της και μαύρες κηλίδες μόνο στο μούτρο της.
Βετούλι (το): Κατσίκι ενός έτους.
Γαλάρια (τα): Τα γεννημένα πρόβατα ή γίδια που κρατούν (έχουν) γάλα. Σε αντίθεση με τα στέρφα που δεν έχουν.
Γάστρα (η): Σιδερένιο θολωτό σκέπασμα. Στη γάστρα ψήνονταν το ψωμί, ορισμένα φαγητά και ολόκληρα αρνιά ή κατσίκια.
Γκιόσα (η): Η γίδα με μαύρο σώμα και άσπρη κοιλιά.
Γκισέμι (το): Τραγί ή κριάρι μουνουχισμένο και μεγαλόσωμο, οδηγός του κοπαδιού που φέρνει το μεγαλύτερο κουδούνι.
Γκλίτσα: Ποιμενική μαγκούρα με σκαλιστή λαβή.
Ζλάπι (το): Η φράση «παρουσιάσκη ζλάπι» σημαίνει ότι εμφανίστηκαν στα πέριξ λύκοι ή τσακάλια και πρέπει να προσέχει ο τσοπάνης.
Ζυγούρι (το): Πρόβατο που μόλις έχει περάσει το πρώτο έτος της ηλικίας του.
Ζωντανά (τα): Τα πρόβατα και τα γίδια συνολικά. Αλλιώς τα πράματα.
Κάδη (η): Ξύλινο ψηλό δοχείο με στενή βάση για το χτύπημα του γάλακτος.
Κακαράντζα (η): Τα περιττώματα, η κοπριά των ζώων.
Κάλεσα: Προβατίνα με σώμα άσπρο, αλλά με μάτια, μύτη και αυτιά μαύρα.
Καπνόγκεσα (η): Κατάμαυρη γίδα με καφέ μούρη.
Καραμάνικη (η): Προβατίνα άσπρη με μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια και φαρδιά ουρά.
Καρδάρα (η): Ξύλινο στρογγυλό δοχείο για το άρμεγμα του γάλακτος.
Κάτσενα: Άσπρη προβατίνα με κόκκινο πρόσωπο.
Κλαπάτσα (η): Αρρώστια των προβάτων.
Κλαρίζω: Κόβω τα κλαδιά δένδρου.
Κλωτσοτύρι (το): Το τυρόγαλο που μένει από το πήξιμο του τυριού, άμα το βράσουμε κάνουμε το κλωτσοτύρι.
Κολήγοι: Σμίξιμο δύο – τριών τσοπάνηδων για κοινή πορεία – συνεταιρισμό εξαμηνιαίο.
Κολλημένα (τα): Πρόβατα με αρρώστια στον πνεύμονα που κολλάει τα παΐδια (πλευρά).
Κολόκουρος (ο): Το πρώιμο μερικό κούρεμα στον αυχένα και στην ουρά του ζώου. Συνήθως γίνεται στο τέλος του Μάρτη.
Κονάκι (το): Αυτοσχέδιο καλύβι από σάλωμα (είδος καλαμιού). Χρησίμευε για καλοκαιρινό κατάλυμα του τσομπάνη, στα ορεινά και το χειμώνα το εγκατέλειπαν για τα χειμαδιά.
Κάπα (η): Χοντρό πανωφόρι από τραγόμαλλο. Φοριέται τους χειμερινούς μήνες.
Κορύτος (ο): ξύλινη και μακρόστενη ταΐστρα ή ποτίστρα για ζώα. Σκαφίδα.
Κορφίγκι (το): βρασμένο, πηχτό γάλα ζώου, το αμέσως μετά τη γέννα.
Κουδούνα (η): Μεγάλο κουδούνι για πρόβατα.
Κουδουνάδες: Κατασκευαστές κουδουνιών.
Κούρος: Το κούρεμα των προβάτων.
Κουτσοκέρα (η): Προβατίνα ή γίδα με σπασμένο το ένα κέρατο.
Κρεμανταλάς: Ξερό και διχαλωτό ξύλο μπηγμένο στο χώμα έξω από το κονάκι για να κρεμούν τις καρδάρες με το γάλα και να μην το φθάνουν τα σκυλιά και τα φίδια.
Κρούτα: Προβατίνα ή γίδα με μικρά και με κοντά τα δύο κέρατα.
Κύπρος (ο): Μεγάλο κουδούνι από μπρούντζο σαν καμπάνα για γίδια και ειδικότερα για το γκεσέμι.
Λόγια (Λάγια) γρίβα: Σπάνια προβατίνα με γκριζωπό τρίχωμα.
Λόγια (Λάγια) μπαλιά: Κατάμαυρη προβατίνα με μια κηλίδα λευκή στο κεφάλι.
Λειβαδάρικο: Νοικιασμένο χωράφι από τον τσοπάνη που χρησιμοποιεί για βοσκή. Το ενοίκιο το πληρώνει σε είδος και συνήθως είναι τυρί.
Μαδημένα (τα): Πρόβατα που τους έχει πέσει μερικά ή ολικά το μαλλί.
Μαντρί: Κατοικία προβάτων.
Μαντρόσκυλος: Μεγαλόσωμος κατά κανόνα σκύλος. Άγριος μα και άγρυπνος φύλακας του κοπαδιού.
Μαξούλι: (το): Το εισόδημα από το γάλα ή από τα μαλλιά των αιγοπροβάτων.
Μαρκάλλος (ο): Η γονιμοποίηση των θηλυκών από τα αρσενικά για την αναπαραγωγή.
Μαρμαρά: Προβατίνα ή γίδα στέρφα (αυτή που δεν γεννάει).
Μαυλάω: Καλώ κοντά μου με ιδιόρρυθμη φωνή οικόσιτα ζώα.
Μονοβύζα (η): Προβατίνα ή γίδα που έμεινε με ένα μαστάρι, επειδή την χτύπησε αρρώστια.
Μπλιόρα (η): Η πρωτογενή γίδα.
Μπουτσκοκάλεσα: Προβατίνα καστανή ως καστανόμαυρη.
Ντορός (ο): Τα ίχνη (πατημασιές) των ζώων πάνω στο χιόνι ή πάνω στον κουρνιαχτό (σκόνη).
Ορμώνω: Κατευθύνω την πορεία ζώου ή κοπαδιού με χειρονομίες και κραυγές.
Παγάνα (η): Η ομαδική οργανωμένη καταδίωξη άγριων ζώων (κυρίως λύκων).
Παρμάρα (η): Ασθένεια με συμπτώματα παράλυσης, που εμφανίζεται κυρίως στα αιγοπρόβατα.
Πρατάρης (ο): Ο βοσκός των προβάτων.
Πρατίνο: Προβατίνα.
Πιτιά (η): Το στομάχι των κατσικιών από το οποίο παίρνουν το πήγμα (ένζυμο), για να πήξουν το γάλα για τυρί.
Ρούσα (η): Προβατίνα ξανθοκόκκινη.
Ρούτα: Προβατίνα με κοντό μαλλί.
Σάισμα (το): Κλινοσκέπασμα ή στρωσίδι από γίδινο μαλλί.
Σαλαγάω: Κατευθύνω με φωνές τα ζώα.
Σιούτος (ο): Το αρσενικό πρόβατο ή γίδι χωρίς καθόλου κέρατα.
Σκάρισμα (το): Καλοκαιριάτικη νυχτερινή έξοδος του κοπαδιού για βοσκή.
Σκάφη (η): Οι μακρόστενες ξύλινες ή τσίγκινες σκάφες στις οποίες έριχναν τροφή ή νερό για τα ζώα.
Σκουληκιάρικο (το): Πληγωμένο ζώο που μολύνεται η πληγή του από τη μύγα και πιάνει σκουλήκι.
Σταλίζω, στάλος (ο): Καλοκαιριάτικη μεσημεριανή ανάπαυση των ζώων κάτω από τον ίσκιο των δέντρων.
Στέρφα (η): Η στείρα θηλύκια.
Στρούγκα (η): Πρόχειρο μαντρί με κλαδιά ή πέτρες για το άρμεγμα των ζώων.
Τάλαρος (ο): μεγάλο ξύλινο βαρέλι για την φύλαξη και διατήρηση τυριού.
Τομάρια (τα): Τα δέρματα των προβάτων ή γιδιών.
Τροκάνι (το): Μεγάλο κουδούνι με δυνατό ήχο για μεγαλόσωμα ζώα.
Τσαγκάδι (το): Η γίδα ή προβατίνα που έμεινε χωρίς θηλασμό (κατσικιού ή αρνιού) π.χ. λόγω αποβολής.
Τσαντίλα (η): Μεγάλα τουλουπάνια για το στράγγισμα του μόλις πηγμένου τυριού.
Τσαρδί (το): Πρόχειρο κατάλυμα από κλαδιά. Καλύβα.
Τσάρκος (ο): Ο παιδικός σταθμός της στάνης. Μια καλύβα που βάζουν τα νεογέννητα αρνιά, όταν οι μανάδες τους πάνε για βοσκή. Αλίμονο σ” όποιον ξένο πλησιάσει τον τσάρκο. Το τσοπανόσκυλο θα τον κομματιάσει.
Τσαρούχια (τα): Αυτοσχέδια παπούτσια από το δέρμα ζώων με φούντα μπροστά.
Τσατάλι (το): Σιδερένιος ή ξύλινος γάντζος σαν τσιγκέλι.
Τσιμπουροβύζα (η): Προβατίνα ή γίδα με πολύ μικρό μαστό.
Τσοκάνι (το): Το πλακέ κουδούνι για τα γίδια. Λέγεται και κραμπακίδα.
Τσούλα (η): Προβατίνα με μικρά αυτιά.
Τσουράπια (τα): Τσοπάνικες κάλτσες φτιαγμένες από μαλλί προβάτου.
Τυρόγαλο (το): Το υγρό που μένει από το πήξιμο του τυριού.
Φλόρα (η): Ολόασπρη γίδα.
(*) Δημοσιεύτηκε στον «Αιτωλοακαρνανικό Τύπο» του Ηλ. Ζαπαντιώτη και αναδημοσιεύτηκε στα «Ευρυτανικά Χρονικά», τ.8, Οκτώβριος – Νοέμβριος- Δεκέμβριος 2003, απ” όπου το αντλήσαμε

8/04/2012

Η διαφήμιση που τρέλανε τους τουρίστες και κάνει το γύρω του διαδικτύου!




Δείτε αυτό το βίντεο
 Δείχνει έναν τουρίστα που έχει έρθει διακοπές στην Ελλάδα και ταυτόχρονα ενημερώνεται από το ξένο τύπο π.χ διαβάζει εφημερίδες που γράφουν για την Ελλάδα . Διαπιστώνει προς μεγάλη του έκπληξη ότι όσα γράφουν, δεν έχουν καμία σχέση με τα όσα βλέπει μπροστά του . Η Κρήτη μέσα από αυτό το βίντεο διαφήμισε όχι μόνο την ίδια, αλλά και όλη την Ελλάδα. Ίσως από τα καλύτερα που έχουμε δει . Μπράβο στους δημιουργούς αν και δεν τους γνωρίζουμε

7/08/2012

Αυτόματοι πωλητές με τσιπάκι και στην Ελλάδα (ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ)

Πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν ακόμη πως το τσιπάκι αλλά και η κάρτα του πωλήτη με το bar code τσιπάκι είναι απλά σενάρια φαντασίας.


Τι έχουν να μας πουν όμως για τους αυτόματους πωλητές βενζίνης που έχουν κατακλύσει τα βενζινάδικα της χώρας; Εμείς σαν ΕΟΕ πήγαμε σε ένα μεγάλο κεντρικό βενζινάδικο της Θεσσαλονίκης είδαμε από κοντά αυτούς τους πωλητές και τους τραβήξαμε φωτογραφίες για εσάς.

Όπως βλέπετε οι αυτόματοι πωλητές βενζίνης εκτός του ότι σου φακελώνουν το αυτοκίνητο γιατί πρέπει να γράψεις την πινακίδα του για να βάλει βενζίνη, έχουν και 3 υποδοχές πληρωμής. 

Όπως βλέπουμε και στις φώτο η 1η υποδοχή είναι για πιστωτική κάρτα, η 2η υποδοχή για μετρητά, ενώ η 3η είναι ΓΙΑ ΚΑΡΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΜΕ BAR CODE ή GIA ΤΣΙΠΑΚΙ ΣΕ ΧΕΡΙ !!!! 

Το μεταλικό στρόγγυλο που βλέπετε στις φώτο είναι το σύστημα που διαβάζει το τσιπάκι ή to bar code με ένα απλό πέρασμα.
Τέλος οι πωλητές που έχουν εκπαιδευτεί στα συστήματα αυτά μας είπαν πως η εταιρεία τους ενημέρωσε πως ο τρόπος πληρωμής με τσιπάκι θα ισχύει αρκετά σύντομα και στην χώρα μας....
Δείτε τις φωτογραφίες:



ΠΗΓΗ apocalypsejohn

7/07/2012

Η Ελλάδα σε timelapse


Ο Stian Rekdal επισκέφτηκε τη χώρα μας το Μάιο του 2012, κατέγραψε υπέροχες εικόνες από διάφορα μέρη και έφτιαξε ένα πραγματικά πανέμορφο βίντεο.

11/16/2011

ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΜΑ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟ ΜΑΣ- ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ



ΓΙΑ ΝΑ ΘΥΜΟΜΑΣΤΕ

Ο δρόμος-Μάνος Λοϊζος- o dromos Manos Loizos


ΓΙΑ ΝΑ ΘΥΜΟΜΑΣΤΕ

ΤΟ ΓΕΛΑΣΤΟ ΠΑΙΔΙ, Φαραντούρη 1972


ΓΙΑ ΝΑ ΘΥΜΟΜΑΣΤΕ

11/02/2011

Το γύρο του κόσμου κάνει ένα βίντεο για την Ελλάδα


Τον τελευταίο καιρό έχει κάνει την εμφάνισή του στο youtube το παρακάτω βίντεο και μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα κατάφερε να κάνει το γύρο του κόσμου. Μέχρι την ώρα αυτής της δημοσίευσης πάνω από 370.000 άνθρωποι είδαν το συγκεκριμένο βίντεο και κάποιοι από αυτούς άφησαν και τα σχόλιά τους.
Πρόκειται για ένα βίντεο που με πολύ έξυπνο και κατανοητό τρόπο παρουσιάζει την πραγματική εικόνα της Ελλάδας και όχι αυτήν που προσπαθούν να μας περάσουν τα συμβατικά και κατευθυνόμενα ΜΜΕ.

10/26/2011

ΓΑΛΑΝΟΛΕΥΚΗ ΣΗΜΑΙΑ ΣΤΑ ΜΠΑΛΚΟΝΙΑ ΜΑΣ


Ενόψει της εθνική επετείου του ιστορικού και αξιομνημόνευτού έπους του 1940 και θέλοντας να τιμήσουμε τους νεκρούς εκείνης της περιόδου που πέθαναν στα βουνά της πατρίδος μας, ας βάλουμε όλοι την γαλανόλευκη σημαία να κυματίζει περήφανα, όπως της αξίζει, στα μπαλκόνια μας για να δουν οι 300 ημιόνοι ότι όταν έρθει η ώρα οι Έλληνες ποτέ δεν πεθαίνουν.

Νομοταγής Πολίτης

10/14/2011

Αν ο Εθνικός μας ύμνος ήταν Heavy metal [VIDEO]




to-gamato.blogspot.com

9/01/2011

Βίντεο-Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως.."Να αγιάσουν τα χέρια αυτών που πετάνε γιαούρτια κι αυγά στους πολιτικούς"



Το άρθρο και το βίντεο είναι από το blog orthodoxia-ellhnismos...
Φωτιὰ καὶ Λάβρα γιὰ μία ἀκόμη φορᾶ ὁ Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως καὶ Κονίτσης Ἀνδρέας.
Στις (28/08) βρέθηκε μὲ πλῆθος λαοῦ στὸ ἀκριτικὸ χωριὸ Βούρμπιανη γιὰ νὰ τιμήσει τοὺς γενναίους μαχητὲς τοῦ Γράμμου καὶ τοῦ Βίτσι. Μετὰ τὴν τέλεση τῆς θείας λειτουργίας....
καὶ τῆς ἐπιμνημόσυνης δέηση ὑπὲρ τῆς ἀναπαύσεως τῶν ἠρωικῶς πεσόντων παλικαριῶν τοῦ ἑλληνικοῦ μας στρατοῦ, ἀκολούθησε κατάθεση στεφάνων στὸ ἡρῶο, ποὺ εἶναι τοποθετημένο στὸν προαύλιο χῶρο τοῦ ναοῦ, καθὼς καὶ ἡ πύρινη ὁμιλία τοῦ Μητροπολίτη Ἀνδρέα. Ὁ ἐπίσκοπος μὲ τὸ δυναμικὸ λόγο τοῦ ξεσήκωσε τὸν πιστὸ λαὸ καὶ ἔστειλε μήνυμα ἀδιάλειπτου ἀγώνα μέσα στὴν κρίσιμη ἐποχὴ ποὺ διανύουμε.
Συγκεκριμένα ἀναφέρθηκε στὴν ξένη κηδεμονία ὑπὸ τὸ δυσβάστακτο καθεστὼς ποὺ ἐπέβαλε ἡ τροϊκα ἐξοντώνοντας οἰκονομικὰ τὸν ἑλληνικὸ λαό, στὴ μαζικὴ νομιμοποίση χιλιάδων λαθρομεταναστῶν μὲ στόχο τὴν ἀλλοίωση τοῦ ἐθνικοῦ ἱστοῦ τῆς χώρας μας καὶ στὴν ἀπαράδεκτη πρόθεση τῆς κυβέρνησης νὰ ἀποποινικοποιήσει τὴ...χρήση τῶν ναρκωτικῶν.
Στάθηκε ἰδιαίτερα στὴν προκλητικότατη καὶ ἀπαράδεκτη ρήση τοῦ ἀντιπροέδρου τῆς κυβέρνησης κ. Πάγκαλου σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία οἱ στρατιωτικοὶ εἶναι ἀντιπαραγωγικοί. Ἀναλυτικὰ σημείωσε: «Οἱ ἥρωες τοῦ Γραμμου καὶ τοῦ Βιτσι ποὺ ἔσωσαν τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὸ «σιδηροῦν παραπέτασμα» ποὺ ἀψηφώντας γονεῖς, συγγενεῖς, φίλους μήπως εἶναι καὶ αὐτοὶ ἀντιπαραγωγικοί; Πράγματι, γιὰ σᾶς (ἐννοεῖ τοὺς πολιτικοὺς) εἶναι ἀντιπαραγωγικοὶ γιατί ἂν ἦταν παραγωγικοὶ θὰ ἔπρεπε ὅλη ἡ πολιτικὴ καὶ πολιτειακὴ ἡγεσία της χωρᾶς νὰ βρίσκεται ἐδῶ γιὰ νὰ προσκυνήσει τοὺς αἱματοβαμμένους και ταπεινούς αυτούς τόπους τῆς θυσίας»
Σύντομη ἀναφορὰ ἔκανε καὶ στὰ ἐθνικά μας θέματα σημειώνοντας ὅτι τὸ Αἰγαῖο καὶ ἡ Θράκη ἔχουν ἀνοίξει τὴν ὄρεξη τῆς γείτονος Τουρκίας ἐνῶ καὶ τὸ Βορειοηπειρωτικὸ ζήτημα βρίσκεται σὲ κρίσιμη καμπὴ καθὼς ἡ Βόρειος Ἤπειρος βρίσκεται στὸν ἀστερισμὸ τοῦ ἐσωτερικοῦ διχασμοῦ Ἐπίσης ἐπισήμανε πὼς ἡ Ἑλλάδα, δυστυχῶς, χορεύει ὅπως τῆς τραγουδοῦν οἱ ξένοι καὶ ἔκανε ἔκκληση στοὺς πολιτικοὺς να «στείλουν τὴν Τρόϊκα στὸν Ἀγύριστο».

Τέλος, ἐξῆρε τὰ πρόσωπα τῶν μαχητὼν τοῦ Γράμμου καὶ τοῦ Βίτσι ποὺ ἀπέδειξαν ὅτι εἶναι Ἑλληνόπουλα ἀσυμβίβαστα καὶ ἀνυποχώρητα ἐνῶ διαβεβαίωσε ὅτι ὅσο μπορεῖ, θὰ μένει πιστὸς στὶς σεπτὲς ὑποθῆκες τοῦ ἀείμνηστου προκατόχου τοῦ ἱεράρχη Σεβαστιανοῦ: στὴν ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἑλλάδα.

8/25/2011

Κατέβας Γιά σου Ελλάδα μου γλυκιά



8/04/2011

ΛΟΡΔΟΣ ΕΛΓΙΝ Ο ΚΛΕΦΤΗΣ ΤΟΥ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑ



5/23/2011

Ελληνικές παροιμίες...


Α
• Αγάλι αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι!
• Αγάλι αγάλι τούμπανα, τι είναι φτωχός ο γάμος.
• Αγαπά ο κάπελας το μεθυσμένο, μα γαμπρό δεν τον κάν'.
• Αγαπάει ο Θεός τον κλέφτη, αγαπάει και το νοικοκύρη.
• Αγρόν ηγόραζεν! (θρησκευτικό)
• Αδέρφια αγαπημένα, κάστρα που δεν παίρνονται.
• Αϊ-Γιώργη μου ακριβός είσαι.
• Ακριβό τ' αϊ-Γιωργιού το σφουγγάτο.
• Ακριβό το κερί τ' αϊ-Γιωργιού.
• Ακόμα δεν τον είδαμε, Γιάννη τον βαφτίσαμε.
• Ακριβός στα πίτουρα και φτηνός στ' αλεύρι.
• Ακριβοί στα πίτουρα, φτηνοί στα λάχανα.
• Αλάργα από πλώρη καραβιού και μουλαριού το κώλο.
• Αλλα λεει η γιαγια μου αλλα ακουν τ`αυτια μου.
• Αλλα λεει η θεια μου αλλα ακουν τ`αυτια μου.
• Άλλα ντάλα τα μεγάλα της Παρασκευής το γάλα.
• Άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας.
• Άλλαξε ο Μανωλιός, έβαλε τη σκούφια του αλλιώς.
• Άλλη η δουλειά του ναύτη, κι άλλη του καντηλανάφτη.
• Άλλοι σπέρνουν και θερίζουν κι άλλοι τρών' και μαγαρίζουν.
• Αλλού με τρίβεις δέσποτα, κι` αλλού έχω τον πόνο.
• Αλλού τ' όνειρο κι αλλού το θάμα.
• Αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννούν οι κότες.
• Άμα δεν έχεις νύχια να ξυστείς μην περιμένεις άλλον.
• Άμα δε πάει το βουνό στον Μωάμεθ, θα πάει ο Μωάμεθ στο βουνό.
• Άμα κι θέλω να φιλώσε ρωτώ που και κα εν το μάγουλο σ' (Άμα δεν θέλω να σε φιλήσω ρωτώ που είναι το μάγουλό σου).
• Αμαρτία εξομολογημένη, η μισή συγχωρεμένη.
• Αν βρέξει ο Μάρτης δυό νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σ' εκείνον τον ζευγά πού' χει πολλά σπαρμένα.
• Αν δεν λαλήσει ο τζίτζικας, δεν είναι καλοκαίρι.
• Αν δεν παινέψεις το σπίτι σου θα πέσει να σε πλακώσει.
• Αν δεις καράβι στο βουνό, μουνί θα το' χει σύρει.
• Αν ήταν η δουλειά καλή θα δούλευε κι ο Δεσπότης.
• Aν θα ξαναγίνου νύφη ξέρου να χαμογελώ.
• Αν σ΄ αρέσει μπάρμπα Λάμπρο ξαναπέρνα από την Άνδρο. (ιστορικό)
• Ανεμομαζώματα διαβολοσκορπίσματα.
• Άνθρωπος αγράμματος ξύλο απελέκητο.
• Αντί να τρίζει η άμαξα, τρίζει ο αμαξηλάτης.
• Ανύπαντρος προξενητής, για λόγου του γυρεύει.
• Από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια.
• Από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα.
• Από ρόδο βγαίνει αγκάθι κι από αγκάθι βγαίνει ρόδο.
• Απ' το ολότελα, καλή κι η Παναγιώταινα.
• Άρμεγε και κούρευε χέζε και δεμάτιαζε.
• Ας με λένε Βοϊβοντίνα κι ας ψοφώ από την πείνα.
• Άσπρα μαλλιά στην κεφαλή, κακά μαντάτα στη ψωλή .
• Αυγό να πάρεις απ' αυτόν δεν έχει κρόκο μέσα.
• Αχάριστο ευλογείς, νεκρό δανείζεις.

Β
• Βάλαν τον τρελό να χέσει κι έκατσε και ξεκωλιάστει.
• Βαράτε με κι ας κλαίω!
• (Εδώ) βλέπεις το λύκο, κι εσύ ψάχνεις τ' αχνάρια.
• Βλέπεις φαΐ, κάτσε φάε. Βλέπεις ξύλο, σήκω φύγε.
• Βοήθα με να σε βοηθώ ν' ανεβούμε το βουνό.
• Βρες μου ένα ψεύτη να σου βρω κι εγώ ένα κλέφτη.
• Βρέχει καρεκλοπόδαρα.
• Βρήκε ο γύφτος τη φυλή του κι' αναγάλιασε η ψυχή του.
• Βρήκε ο γύφτος τη γενιά του κι' αναγάλιασε η καρδιά του.
• Βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ. (Θρησκ.)
• Βροντάν τα σίδερα, βροντάν κι οι σακοράφες.

Γ
• Γάϊδαρο σκουντάς; Πορδιές θ` ακούσεις.
• Γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος.
• Γελά ο μωρός καν τι μη γελοίον ει.
• (=Γελάει ο τρελος, παρόλο που δεν υπάρχει τίποτα που να είναι αστείο (=γελοίο)).
• Γέρος κι αν επαινεύτηκεν, ανήφορος το δείχνει.
• Για σένα μαυρομάτα μου έβγαλα εγώ τα μάτια μου.
• Για τον παρά κολάζεσαι, με τον παρά κι αγιάζεις.
• Γιάννης κερνάει και Γιάννης πίνει.
• Γιος ο γαμπρός δε γίνεται κι η νύφη θυγατέρα.
• Γλυκάθηκε η γριά τα σύκα κι έφαγε και τα συκόφυλλα.
• Γλυκός ο ύπνος την αυγή , γυμνός ο κώλος την Λαμπρή.
• Γουρούνι στο σακί.
• Αγόρασε γουρούνι στο σακί.
• Γυναίκα και καρπούζι η τύχη τα διαλέγει.
• Γεια σου Γιάννη!κουκιά σπέρνω
• Τι κάνεις Γιάννη; Κουκιά σπέρνω

Δ
• Δάσκαλος που δίδασκε και νόμο δεν εκράτει.
• Δείξε μου το φίλο σου και θα σου πω ποιός είσαι.
• Δεν έγινα παπάς ν' αγιάσω, έγινα για να περάσω.
• Δεν είναι Γιάννης, είναι Γιαννάκης.
• Δεν σου δόθηκαν από τους προγόνους σου, σου δανείστηκαν από τα παιδιά σου.
• Δες μάνα και πάρε κόρη.
• Δέσε το αρνί, όπου θέλει ο νοικοκύρης και μη σε νοιάζει αν το φάει ο λύκος.
• Δουλειά δεν είχε ο διάολος, γαμούσε τα παιδιά του.
• Δούλεψε στα νιάτα σου για να 'χεις στα γηρατειά σου.
• Δυό γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα.
• Δώσε ΄μένα και στο γιο μου, νά κι ο άντρας μου στην πόρτα.
• Δώσε θάρρος στο χωριάτη ν΄ ανεβεί και στο κρεβάτι.
• Δυο γελάν, κάτι ξέρουν. Ένας γελάει, τρελός είναι.

Ε
• Έβαλε την ουρά στα σκέλια.
• Έβαλε το λύκο να φυλάει τα πρόβατα.
• Έγινε λαγός.
• Εγώ καλά παντρεύτηκα κι ας κλαίει όποιος με πήρε.
• Εδώ καράβια χάνονται... βαρκούλες αρμενίζουν!
• Εδώ ο κόσμος καίγεται και το μουνί χτενίζεται
• Είδε ο τρελός το μεθυσμένο και φοβήθηκε.
• Είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα.
• Είπαν του τρελού να χέσει, κι εκείνος ξεκωλώθηκε.
• Έκανε κι η μύγα κώλο κι έχεσε τον κόσμο όλο.
• Έκανε κι η ψείρα κώλο κι έχεσε τον κόσμο όλο.
• Έκαψα την καλύβα μου να μη με τρων' οι ψύλλοι.
• Εκεί που βγάζεις το ψωμί σου, μη βάζεις το πουλί σου.
• Εκεί που σ' αγαπούν να μην πολυπηγαίνεις, γιατί αν τύχει και σε βαρεθούν δε θα' χεις τί να γένεις .
• Έλα παππού μου να σου δείξω πού το' χει η γιαγιά μου.
• Έλα παππού να σου δείξω τ' αμπέλια σου.
• Εμακρύναν οι ποδιές σου, σκεπαστήκαν οι πομπές σου.
• Εμείς ψωμί δεν έχουμε κι η γάτα πίτα σέρνει.
• Ένα μήλο την ημέρα το γιατρό τον κάνει πέρα.
• Ένας κούκκος μοναχά την άνοιξη δεν φέρνει.
• Έρμα μαντριά γιομάτα λύκους.
• Eύκαιρ' τσουβάλ', σ' ο ποδάρ κι στεκ' (ποντιακό).
• Έφτασε ο κόμπος στο χτένι.
• Έχε τα πόδια σου ζεστά, την κεφαλή σου κρύα, τον στόμαχόν σου ελαφρύ γιατρού δεν θα' χεις χρεία.
• Έχεις παράδες; Σου κάνουν τεμενάδες.
• Εκατό ξυλιές στον ξένο κώλο λίγες είναι.
• Έμαθε να βελονιάζει και γαμεί το μάστορή του.
• Ένα το 'χει η Μαριορή το στεγνώνει το φορεί.

Ζ
• Ζαβός ζαβή παντρεύτηκε ζαβά παιδιά θα κάνουν.
• Ζήσε μαύρε μου, τον Μάη να φας τριφύλλι.
• Ζήσε Μάη να φας τριφύλλι.

Η
• Η αλεπού σαν γεράσει γίνεται καλόγρια.
• Η αλεπού εκατό και το αλεπουδάκι εκατόν δέκα.
• Η βιάση ψήνει το ψωμί, μα δεν το καλοψήνει.
• Η γκαμήλα αν θέλει γομαράγκαθα, ας μακρύνει το λαιμό της.
• Η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει μα κόκκαλα τσακίζει.
• Η γρια η κοτα εχει το ζουμι.
• Η γριά το μισοχείμωνο ξυλάγγουρο γυρεύει.
• Η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά.
• Η καλή η μέρα από το πρωί φαίνεται.
• Η καλή νοικοκυρά είναι δούλα και κυρά.
• Ήλιος και βροχή παντρεύονται οι φτωχοί, ήλιος και φεγγάρι παντρεύονται οι γαϊδάροι.
• Ή μικρός-μικρός παντρέψου ή μικρός καλογερέψου.
• Η νύφη όντας θα γεννηθεί της πεθεράς θα μοιάσει.
• Ή παπάς παπάς, ή ζευγάς ζευγάς.
• Η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη.
• Η πουτάνα κι η χαζή έχει την τύχη την καλή.
• Ήρθαν τ' άγρια να διώξουν τα ήμερα.
• Ή στραβός ειν΄ ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε.
• Ήταν στραβό το κλήμα, το' φαγε κι γαϊδαρος.
• Η τέχνη θέλει μάστορη κι η φάβα θέλει λάδι.
• Η τιμή τιμή δεν έχει και χαράς τον που την έχει.
• Η τρέλα δεν πάει στα βουνά.
• Η φτήνια τρώει τον παρά.
• Η χάρη θέλει αντίχαρη και πάντα χάρη μένει.
Θ
• Θα το βρει η στραβή τ' αρνί της.
• Θα τον χορέψω στο ταψί.
• Θέλει η κυρά μου και παίζουν τα γατιά.
• Θέλει η πουτάνα να κρυφτεί και η χαρά δεν την αφήνει.
• Θέλει και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο.
• Θελει και το γουρουνι κουδουνι.
• Θέλεις το φτωχό να σκάσεις: Πες του λίρες να σ' αλλάξει.
• Θού Κύριε φυλακή τω στόματί μου. (θρησκευτικό)
• Θρέψε λύκο το χειμώνα, να σε φάει το καλοκαίρι.

Ι
• Ίδιο πρόσωπο έρχεται, ίδιο μαντάτο φέρνει.
• Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα.

Κ
• Καθαρός ουρανός αστραπές δε φοβάται.
• Κάθε αρχή και δύσκολη.
• Κάθε εμπόδιο σε καλό.
• Κάθε μαχαλάς και τάξη, κάθε ρούγα και ζακόνι.
• Κάθε πράμα στον καιρό του και τον Αύγουστο ο κολιός.
• Και με τα χίλια βάσανα πάλι η ζωή γλυκιά είναι.
• Καινούριο κοσκινάκι μου, και πού να σε κρεμάσω;
• Και ο άγιος φοβέρα θέλει.
• Καιρός πανιά, καιρός κουπιά.
• Καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια.
• Κακή μοίρα έχεις άντρα μου, ούλοι 'πνιγήκανε και σύ εγλύτωσες.
• Κακό σκυλί ψόφο δεν έχει.
• Καλά είν' τα ρουπακόφυλλα με το ρογί το λάδι.
• Καλιμασιά και Νένητα, Πυργί και Βερβεράτο αυτά τα τέσσερα χωριά βάζουν τη Χίο κάτω.
• Κάλιο αργά παρά ποτέ.*
• Κάλλιο γαϊδουρόδενε παρά γαϊδουρογύρευε.
• Κάλιο πέντε και στο χέρι, παρά δέκα και καρτέρει.
• Κάλλιο σταυρός στην πόρτα σου, παρά στην εδική μου.
• Κάλλιο χήρα κακομοίρα, παρά κακοπαντρεμένη.
• Καλομαθε η γρια στα συκα θα φαει και τα συκοφυλα.
• Καλομελέτα κι έρχεται.
• Καλύτερα πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στη πόλη.
• Κάλιο πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στη πόλη.
• Κάνε το καλό και ρίξ' το στο γιαλό.
• Κάποιο λάκκο έχει η φάβα.
• Καράβι που αργεί σκατά είναι φορτωμένο.
• Κι αλευρωμένος να 'ναι ο ποντικός, η γάτα τον γνωρίζει.
• Κι αν εισαι και παπάς, με την αράδα σου θα πας.
• Κίνησε ο Εβραίος για το παζάρι κι ήταν ημέρα Σάββατο.
• Κομίζει γλαύκα ες Αθήνας.
• Κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά.
• Κοντή γυναίκα πέρδικα, ψηλή σαλαμπαντάνα.
• Κοντός ψαλμός αλληλούϊα.
• Κόρακας κοράκου μάτι δε βγάζει.
• Κουκκί το κουκκί γεμίζει το σακί.
• Κράτα με να σε κρατώ ν΄ ανεβούμε το βουνό.
• Κρένω 'γω τσαμπουνίζει κι' άντρας μου.
• Κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι.

Λ
• Λάδια πολλά και τηγανητά τίποτα.
• Λιθάρι που κυλάει, χόρτο δεν κρατάει.
• Λαγός την φτέρη έσειε, κακό του κεφαλιου του.
• Λάδι βρέχει κάστανα χιονίζει.
• Λείπ' ο γάτος χορεύουν τα ποντίκια.
• Λάχανα 'ς τη μάνα μου, λάχανα 'ς τον άντρα μου, κάλλια ήταν 'ς μάνα μου.

Μ
• Μ' ένα σμπάρο δυο τρυγόνια.
• Μάζευε κι ας είναι και ρώγες.
• Μαζί με τα χλωρά καίγονται και τα ξερά.
• Μάη μου, καλέ μου μήνα, νά' σουν δυο φορές το χρόνο!
• Μάθαν ότι γαμιόμαστε, πλακώσανε κι οι γύφτοι.
• Μάθε γέρο γράμματα τώρα στα γεράματα.
• Μάθε τέχνη κι άστηνε και αν πεινάσεις πιάστηνε.
• Μάρτης γδάρτης και παλουκοκαύτης.
• Μας έμαθαν οι Κρητικοί πως είμαστε Χανιώτες.
• Μάτια που δε βλέπονται γρήγορα λησμονιούνται.
• Μαύρη μοίρα που 'χεις άντρα, όλοι παν και δε γυρίζουν εσύ πας κι έρχεσαι.
• Με ήλιο τά 'βγαζα, με ήλιο τά 'βαζα, τί 'χαν τα έρμα και ψοφούσαν;
• Με όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γραμματα θα μάθεις.
• Μεγάλα καράβια, μεγάλες φουρτούνες.
• Μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα μην πεις.
• Μεγαλώνει το γομάρι και κονταίνει το σαμάρι.
• Με τον παρά μου γαμώ και την κυρά μου.
• Μη δεις ψηλό και φοβηθείς, κοντό κι αναθαρρέψεις.
• Μη θωρείς με πως κουτσαίνω, δες την ίσια μου τη μοίρα.
• Μην κακολογάς το σπίτι σου, μην πεσει και σε πλακώσει!
• Μην τάξεις σ' Άγιο κερί και σε παιδί κουλούρι.
• Μην τάξεις σ' Άγιο κερί και σε παιδί παιχνίδι.
• Μην το πεις ούτε του παπά.
• Μήτ' ο σκύλος τρώει τ' άχυρο μήτε το γάιδαρο αφήνει.
• Μια στο καρφί και μια στο πέταλο.
• Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του μέρα.
• Μικρόν κώλον δεν έδειρες, μέγαν μη φοβερίζεις.
• Μικρό-μικρό τ' αλώνι μου, να 'ναι μοναχικό μου.
• (Η) Μουνότριχα τραβάει (και) καράβι.
• Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα.
• Μοναχός σου χορευε κι`οσο θελεις πηδα.
• Μού 'κανες τη μέρα δάκρυ και τη νύχτα συμφορά.

Ν
• Να απλώνεις τα πόδια σου όσο φτάνει το στρώμα σου.
• Να 'καναν οι μύγες μέλι, τρεις οκάδες στον παρά.
• Να ζήσει όποιος μ' έβρισε, να σκάσει όποιος μου το 'πε.
• Να λιλί δος μου τσιτσί.
• Να ξαναγενόμουν νύφη, θα 'ξερα να προσκυνήσω.
• Να σε κάψω Γιάννη, να σ' αλείψω μέλι.
• Να σε χέσω Γιάννη, να σ' αλείψω μέλι.
• Να 'ταν τα Φώτα βροχερά και η Λαμπρή βροχάτη.
• Νάτανε η ζήλεια ψώρα θα ξυνόταν όλη η χώρα!
• Νηστεύει ο δούλος του Θεού,γιατί ψωμί δεν έχει.
• Νηστικό αρκούδι δεν χορεύει.
• Νιός ήμουνα και γέρασα.

Ξ
• Ξύδι χάρισμα,γλυκό σαν μέλι.

Ο
• Ο βρεγμένος τη βροχή δεν τη φοβάται.
• Ο έρως χρόνια δεν κοιτά.
• Ο Θεός αγαπάει τον κλέφτη, αγαπάει και το νοικοκύρη.
• Ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται.
• Ο καλός ο μύλος όλα τα αλέθει.
• Ο καλός ο φίλος στην ανάγκη φαίνεται.
• Ο κόσμος τό 'χει τούμπανο κι' αυτός κρυφό καμάρι.
• Όλα τά 'χε η Μαριωρή, ο φερετζές της έλειπε.
• Όλα του γάμου δύσκολα κι η νύφη γκαστρωμένη.
• Όλοι οι καλοί μαζί, κι ο ψωριάρης χώρια.
• Ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε το μαλλί του, μήτε τη γνώμην άλλαξε μήτε την κεφαλήν του.
• Ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται.
• Όμοιος ομοίω αεί πελάζει.
• Όμοιος στον όμοιο και κοπριά στα λάχανα.
• Ο νηστικός καρβέλια ονειρεύεται.
• Ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται.
• Ο ψεύτης και ο κλέφτης το πρώτο χρόνο χαίρονται.
• Οι δρόμοι είναι ανοικτοί και τα σκυλιά δεμένα.
• Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους.
• Οι πουτάνες κι οι τρελές έχουν τις τύχες τις καλές.
• Ο πνιμένος από τα μαλλιά του πιάνεται.
• Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει.
• Όλα εδώ πληρώνονται.
• Όπoιος βιάζεται σκoντάφτει.
• Όποιος δεν θέλει να ζυμώσει πέντε μέρες κοσκινίζει.
• Όποιος δεν έχει μυαλό έχει πόδια.
• Όποιος είν' έξω απ' το χορό, πολλά τραγούδια ξέρει.
• Όποιος έχει πολύ πιπέρι βάζει και στα λάχανα.
• Όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται.
• Όποιος θέλει τα γένια έχει και τα κτένια.
• Όποιος θέλει τα πολλά χάνει και τα λίγα.
• Όποιος καεί από χυλό φυσάει και το γιαούρτι.
• Όποιος μπλέκει με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες.
• Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες.
• Όποιος νύχτα περπατεί, λάσπες και σκατά πατεί.
• Όποιος τα φίδια κυνηγά, φίδι θα τον δαγκώσει, και όποιος τον κίνδυνο αγαπά, αυτός θα τον σκοτώσει.
• Όποιος χάνει στα χαρτιά κερδίζει στην αγάπη.
• Όπου αγάλι-αγάλι περπατεί, μακριά μπορεί να πάει.
• Όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα και μικρό καλάθι.
• Όπου βλέπεις μάσα κάτσε κι όπου βλέπεις ξύλο τρέχα.
• Οπου γάμος και χαρά η Βασίλω πρώτη.
• Όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος.
• Όπου έχει δυο αγαπητικές χαρά έχει μεγάλη, γιατί όταν μαλώνει με τη μια κινάει και πάει στην άλλη .
• Όπου λαλούν πολλά κοκόρια, αργεί να ξημερώσει.
• Όπου υπάρχει καπνός, υπάρχει και φωτιά.
• Όπου φτωχός κι η μοίρα του.
• Όπως έστρωσες θα κοιμηθείς.
• Όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια.
• Όσα ξέρει ο νοικοκύρης δε τα ξέρει ο κόσμος όλος.
• Όσα φέρνει η ώρα δε τα φέρνει ο χρόνος.
• Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.
• Όταν δεις ακρίβεια, καρτέρειε και τη φθήνεια.
• Όταν διψάει η αυλή σου νερό έξω μη χύσεις.
• Όταν ευρείς τοπ φόρτωμα πληρώσου το κουρμέκι.
• Όταν κοιμάται ο γιόκας μου ψωμί δε μας γυρεύει.
• Ό,τι δίνεις παίρνεις.
• Ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός.
• Ουδείς μωρότερος των ιατρών, αν δεν υπήρχαν οι διδάσκαλοι.
• Ουδέν κακό αμιγές καλού.
• Ούτε το διάβολο να δεις, ούτε τον σταυρό σου να κάνεις.
• Όύτε ψύλλος στον κόρφο του. (δε θά 'θελα νά 'μαι)
• Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει.
• Όχι Γιάννης, Γιαννάκης.

Π
• Πάρ' τ' αυγό και κούρεψ' το.
• Πάρ' τονα στο γάμο σου, να σου πει και του χρόνου.
• Παπά παιδί διαβόλου εγγόνι.
• Παπάς εγίνεις Κωσταντή; Έτσι το 'φερ' η κατάρα.
• Παπάς στην πόλη, η παπαδιά 'μολογάει.
• Παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είναι μπαλωμένο.
• Πάρτ΄ αυγό και κούρευτο.
• Παρ 'τον στο γάμο σου να σου πει και του χρόνου!
• Περήφανος καλόγερος, άδεια τα σάκουλά του.
• Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα.
• Πέρσι ψόφησε, φέτος βρόμησε.
• Πες πες το κοπέλι κάνει τη γριά και θέλει.
• Πες πες το κοπέλι κάνει την κυρά και θέλει.
• Πέσε σύκο να σε φάω.
• Πέτρα που θέλει να κυλά, ποτέ δεν χορταριάζει.
• Πέτρα που κυλά μούχλα ποτέ δε πιάνει.
• Πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένος.
• Πιες μόνο νερό, να 'χεις κεφάλι καθαρό.
• Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά.
• Πίττα που δεν τρως, τί σε μέλλει κι αν καεί;
• Πλεύουν τα μήλα στο νερό πλεύουν και οι καβαλίνες.
• Πνίγεσαι σε μια κουταλιά νερό.
• Πότε έγινα φαντίνα; Όταν βρήκα τον καιρό;
• Σημ. Φαντίνα είναι η πρωτότοκη κόρη, η οποία είχε ιδιαίτερα προνόμια.
• Πότε με τα καρύδια του, πότε με τον χαλβά του. Ήφερε την καλογριά εις τα θελήματά του.
• Ποτέ μη δώσεις στον φτωχό πόρτα και παραθύρι και πάπλωμα να σκεπαστεί, μη σηκωθεί και φύγει.
• Πρόβατο που βελάζει χάνει την χαψιά του.
• Πρώτα όβασον κι`επεκεί κακάντσον. (ποντιακή)
• Πυρ, γυνή και θάλασσα.
• Πώς πάν' αράπη τα παιδιά σου, όσο πάνε και μαυρίζουνε.

Ρ
• Ράβε ξήλωνε δουλειά να μη σου λείπει.
• Ρε, γαμπρέ, η μύτη σου. Είν' από το χειμώνα.
• Ρωμιών καυγάς, Τούρκων χαλβάς.
• Ρωτώντας πας στην Πόλη.

Σ
• Σ' αγαπώ κυρά μ' να κλαν 'ς, μα όχ' κι αν το παρακάν 'ς (κοζανίτικη).
• Σ' άλογο ξένο αν ανεβείς, μεσοστρατίς πεζεύεις.
• Σ' έναν δίνουν και δεν παίρνει, άλλον δέρνουν και δε φεύγει.
• Σα θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, τύφλα νά 'χει ο πεθερός.
• Σακάκι πληρώνεις, σακάκι παίρνεις. Μανίκι πληρώνεις, μανίκι παίρνεις.
• Σαν αστράφτει και βροντά, δέσε την βάρκα του ψαρά.
• Σαν σ' αρέσει η φάβα σπείρε και κάνα λαθούρι.
• Σαρανταπέντε Γιάννηδες ενός κοκόρου γνώση.
• Σε καλού κουμπάρου σπίτι, όποιος κάθεται δε φεύγει.
• Σε ξένο γάιδαρο καβάλα γρήγορα και κατέβα γρήγορα.
• Σηκωθήκαν τα ποδάρια να βαρέσουν το κεφάλι.
• Σηκωθήκανε τ' αγγούρια να γαμήσουν το μανάβη.
• Σήμερα κινήσαμε κι αύριο πόσες έχουμε.
• Σκατό κι' εν, η γιαγια μ' έχεσεν. (ποντιακή)
• Σκύλο που γαβγίζει μη φοβάσαι.
• Σκύλος που γαβγίζει δεν δαγκώνει.
• Σου χαρίζουν γάιδαρο και τον κοιτάς στα δόντια.
• Σπίτι χωρίς Γιάννη, προκοπή δεν κάνει.
• Στείλε στους γύφτους να βρεις προζύμι.
• Στερνή μου γνώση να σ΄ είχα πρώτα.
• Στεφάνωσε και μπλέτσωσε και βάφτισε και φεύγα.
• Στη βράση κολλάει το σίδερο.
• Στην αναβροχιά καλό είν' και το χαλάζι.
• Στην χώρα των τυφλών, ο μονόφθαλμος είναι βασιλιάς.
• Στο αγελαδοκούρεμα. (=στις καλένδες)
• Στο σπασμένο το σακί θέλεις βάλε θέλεις μη.
• Στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε για σκοινί.
• Στο τέλος ξυρίζουν το γαμπρό.
• Στον ακάλεστο το γάμο ή διωγμένος ή δαρμένος.
• Στου κουφού τη πόρτα όσο θέλεις βρόντα.
• Συν Αθηνά και χείρα κίνει.
• Σφάξε με Πασά μ' να αγιάσω.
• Σώπα συ να κρίνω γω, σήκω συ να κάτσω γω.

Τ
• Τα δικά σου αμπέλια φράζε και τα ξένα μη γυρεύεις.
• Τα ζώα μου αργά.
• Τα μάτια που δε βλέπονται γρήγορα λησμονιούνται.
• Τα μεταξωτά βρακιά θέλουν και επιδέξιους κώλους.
• Τα μυαλά σου και μια λίρα και του μπογιατζή ο κόπανος.
• Τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι.
• Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια.
• Τα πολλά πνίγουν τον άντρα και τα λίγα τη γυναίκα.
• Τα ράσα δεν κάνουν τον παπά.
• Της γυναίκας ο καημός, λούσα πούτσα και χορός.
• Της καλομάνας το παιδί, το πρώτο να 'ναι κορίτσι.
• Της κοντής ψωλής της φταίνε οι τρίχες.
• Της κοντής ψωλής τα μαλλιά της φταίγανε .
• Της νύχτας τα καμώματα, τα βλέπει η μέρα και γελά.
• Της φυλακής τα σίδερα είναι για τους λεβέντες.
• Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι;
• Τι έχεις Γιάννη; Τι είχα πάντα!
• Τι κάνεις Γιάννη; Κουκιά σπέρνω!
• Τι κι αν σε δέρνουν δεκατρείς, αν δε σε δέρνει ο νους σου.
• Τι μπρόκολα τι λάχανα.
• Τί 'ναι ο κάβουρας τι το ζουμί του.
• Τι χοντρό κεφάλι που 'χεις. Με στενεύει η σκούφια σου.
• Το αγώι ξυπνάει τον αγωγιάτη.
• Το βουβάλι κι αν ξεπέσει πάλι αξίζει ένα βόιδι.
• Το γαρούφαλο είναι μαύρο μα πουλιέται με το δράμι.
• Το γοργό και χάριν έχει.
• Το γύφτο κάναν βασιλιά κι 'αυτός γύρευε ρείκια.
• Το δις εξ' αμαρτείν ουκ ανδρός σοφού.
• Το έξυπνο πουλί από την μύτη πιάνεται.
• Το καλό πράγμα αργεί να γίνει.
• Το καλό το αρνί, από δυο μάνες γεννιέται.
• Το καλό το παλικάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι.
• Το μήλο κάτω απ' την μηλιά θα πέσει.
• Το 'να χέρι νίβει τ' άλλο και τα δυό το πρόσωπο.
• Τον αράπη κι αν τον πλένεις το σαπούνι σου χαλάς.
• Το ξένο είναι πιο γλυκό.
• Το ξέρει ο Αχμέτ, ο Μεχμέτ, και ο κόσμος όλος.
• Το ξύλο βγηκε από τον παράδεισο.
• Το παιδί σου πάντρεψες; Γείτονα το 'καμες. Κι όχι καλογείτονα, αλλά κακογείτονα.
• Το πολύ το κυρ' ελέησον το βαριέται κι ο παπάς.
• Το πολύ το τάκα τάκα κάνει το παιδί μαλάκα.
• Το πολύ το τίκι τίκι κάνει το παιδί φυστίκι.
• Το φτηνό είν' κι ακριβό.
• Το φτηνό το κρέας το τρώνε οι σκύλοι.
• Το ψάρι βρωμάει απ΄ το κεφάλι.
• Τον αράπη κι αν τον πλένεις, το σαπούνι σου χαλάς.
• Του κουτσοδόντη παξιμάδι του τυχαίνει.
• Του φτωχού η κοιλία όταν γομούτε η ψωλίατ' σκούτε. (ποντιακή)
• Τραβάτε με κι ας κλαίω.
• Τρεις λαλούν και δυο χορεύουν.
• Τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι, έξι το λαδόξυδο.
• Τρελός ράφτης, μακριά κλωστή.
• Τρώγοντας έρχεται η όρεξη.
• Τσάμπα ξύδι γλυκό σα μέλι.
• Των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν.
• Τώρα που βρήκαμε παπά άς θάψουμε πέντ' έξι.
• Τώρα στα γεράματα μάθε γέρο γράμματα!

Υ
• Υπάρχουν κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια.
• Ύστερα απ' τη βροχή έρχεται και χαλάζι.
• Ύστερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα.

Φ
• Φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι.
• Φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο.
• Φίδι φύλα το χειμώνα να σε φάει το καλοκαίρι.
• Φίλε μου στην ανάγκη μου κι οχθρέ μου στη χαρά μου.
• Φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό το Γιάννη.
• Φοβέρισε τον κώλο σου μη χέσει τα κλιτσιά σου.
• Φρου φρου και τ' αμπέλι ξέφραγο.
• Φύλαγε τα ρούχα σου να έχεις τα μισά.
• Φωνάζει ο κλέφτης να φοβηθεί ο νοικοκύρης.

Χ
• Χάρε χαρά που μου 'φερες και λύπη που μου πήρες.
• Χάρη στο βασιλικό ποτίζεται και η γλάστρα.
• Χέσε μέσα Πολυχρόνη που δεν γίναμε ευζώνοι.
• Χέστηκε η Φατμέ στο Γενί τζαμί.
• Χέστηκε η φοράδα στ' αλώνι.
• Χέστηκε η φοράδα στο Γενί Τζαμί και κατούρησε στ' άχυρα.
• Χέσε ψηλά κι αγνάντευε.
• Χέσε ψηλά κι αγνάντευε και πέτα βοτσαλάκια.
• Χόρευε κυρά Ντουντού κοίτα και το σπίτι σου.
• Χρόνου φείδου. (Αρχαίο)
• Χωριό που φαίνεται κολαούζο δε θέλει.
• Χωρίς κουπιά και άρμενα, Αϊ-Νικόλα βόηθα.
• Χτίζει σπίτια η ομόνοια, τα γκρεμίζει η διχόνοια.

Ψ
• Ψαρεύει σε θολά νερά.

Ω
• Ώρα καλή στην πρύμνη σου κι αέρα στα πανιά σου.



Διαβάστε περισσότερα: 24ωρο:

4/05/2011

Η ιστορία της Ελλάδας σε 10 Λεπτά



+Αφιερωμένο σε όλους τους Έλληνες στην ψυχή και σε όλους εκείνους που αγαπάνε την Ελλάδα.+----

3/29/2011

Εθνικός Ύμνος της Ελλάδος όλόκληρο τό κείμενο από 1 έως158



Ο Εθνικός Ύμνος της Ελλάδος (Ύμνος εις την Ελευθερίαν) εγράφη απ' τον Διονύσιο Σολωμό το 1823 και μελοποιήθηκε απ' τον συνθέτη Νικόλαο Μάντζαρο το 1828.




Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Εκεί μέσα εκατοικούσες
πικραμένη, εντροπαλή,
κι ένα στόμα ακαρτερούσες,
«έλα πάλι», να σου πεί.

'Αργειε νάλθει εκείνη η μέρα,
κι ήταν όλα σιωπηλά,
γιατί τά 'σκιαζε η φοβέρα
και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σού έμενε να λές
περασμένα μεγαλεία
και διηγώντας τα να κλαις.

Και ακαρτέρει και ακαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ένα εκτύπαε τ' άλλο χέρι
από την απελπισιά,

Κι έλεες: «Πότε, α, πότε βγάνω
το κεφάλι από τσ' ερμιές;».
Και αποκρίνοντο από πάνω
κλάψες, άλυσες, φωνές.

Τότε εσήκωνες το βλέμμα
μες στα κλάιματα θολό,
και εις το ρούχο σου έσταζ' αίμα,
πλήθος αίμα ελληνικό.

Με τα ρούχα αιματωμένα
ξέρω ότι έβγαινες κρυφά
να γυρεύεις εις τα ξένα
άλλα χέρια δυνατά.

Μοναχή το δρόμο επήρες,
εξανάλθες μοναχή·
δεν είν' εύκολες οι θύρες
εάν η χρεία τες κουρταλεί.

'Αλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,
αλλ' ανάσαση καμμιά·
άλλος σου έταξε βοήθεια
και σε γέλασε φρικτά.

΄Αλλοι, οϊμέ, στη συμφορά σου
οπού εχαίροντο πολύ,
«σύρε νά 'βρεις τα παιδιά σου,
σύρε», έλεγαν οι σκληροί.

Φεύγει οπίσω το ποδάρι
και ολογλήγορο πατεί
ή την πέτρα ή το χορτάρι
που τη δόξα σού ενθυμεί.

Ταπεινότατη σου γέρνει
η τρισάθλια κεφαλή,
σαν πτωχού που θυροδέρνει
κι είναι βάρος του η ζωή.

Ναι, αλλά τώρα αντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου με ορμή,
πού ακατάπαυστα γυρεύει
ή τη νίκη ή τη θανή.

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Μόλις είδε την ορμή σου
ο ουρανός που για τσ' εχθρούς
εις τη γη τη μητρική σου
έτρεφ' άνθια και καρπούς,

εγαλήνεψε· και εχύθει
καταχθόνια μια βοή,
και του Ρήγα σού απεκρίθη
πολεμόκραχτη η φωνή.

΄Ολοι οι τόποι σου σ' εκράξαν
χαιρετώντας σε θερμά,
και τα στόματα εφωνάξαν
όσα αισθάνετο η καρδιά.

Εφωνάξανε ως τ' αστέρια
του Ιονίου και τα νησιά,
κι εσηκώσανε τα χέρια
για να δείξουνε χαρά,

μ' όλον πού 'ναι αλυσωμένο
το καθένα τεχνικά,
και εις το μέτωπο γραμμένο
έχει: «Ψεύτρα Ελευθεριά».

Γκαρδιακά χαροποιήθει
και του Βάσιγκτον η γη,
και τα σίδερα ενθυμήθει
που την έδεναν κι αυτή.

Απ' τον πύργο του φωνάζει,
σα να λέει σε χαιρετώ,
και τη χήτη του τινάζει
το λιοντάρι το Ισπανό.

Ελαφιάσθη της Αγγλίας
το θηρίο, και σέρνει ευθύς
κατά τ' άκρα της Ρουσίας
τα μουγκρίσματα τσ' οργής.

Εις το κίνημα του δείχνει,
πως τα μέλη ειν' δυνατά·
και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει
μια σπιθόβολη ματιά.

Σε ξανοίγει από τα νέφη
και το μάτι του Αετού,
που φτερά και νύχια θρέφει
με τα σπλάχνα του Ιταλού·

και σ' εσέ καταγυρμένος,
γιατί πάντα σε μισεί,
έκρωζ' έκρωζ' ο σκασμένος,
να σε βλάψει, αν ημπορεί.

΄Αλλο εσύ δεν συλλογιέσαι
πάρεξ που θα πρωτοπάς·
δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι
στες βρισιές οπού αγρικάς·

σαν το βράχο οπού αφήνει
κάθε ακάθαρτο νερό
εις τα πόδια του να χύνει
ευκολόσβηστον αφρό·

οπού αφήνει ανεμοζάλη
και χαλάζι και βροχή
να του δέρνουν τη μεγάλη,
την αιώνιαν κορυφή.

Δυστυχιά του, ω, δυστυχιά του,
οποιανού θέλει βρεθεί
στο μαχαίρι σου αποκάτου
και σ' εκείνο αντισταθεί.

Το θηρίο π' ανανογιέται
πως του λείπουν τα μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
αίμα ανθρώπινο διψά·

τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,
τα λαγκάδια, τα βουνά,
κι όπου φθάσει, όπου περάσει,
φρίκη, θάνατος, ερμιά·

Ερμιά, θάνατος και φρίκη
όπου επέρασες κι εσύ·
ξίφος έξω από τη θήκη
πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

Ιδού, εμπρός σου ο τοίχος στέκει
της αθλίας Τριπολιτσάς·
τώρα τρόμου αστροπελέκι
να της ρίψεις πιθυμάς.

Μεγαλόψυχο το μάτι
δείχνει πάντα οπώς νικεί,
κι ας ειν' άρματα γεμάτη
και πολέμιαν χλαλοή.

Σου προβαίνουνε και τρίζουν
για να ιδείς πως ειν' πολλά·
δεν ακούς που φοβερίζουν
άνδρες μύριοι και παιδιά;

Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θα σας μείνουνε ανοιχτά.
για να κλαύσετε τα σώματα
που θε νά 'βρει η συμφορά!

Κατεβαίνουνε, και ανάφτει
του πολέμου αναλαμπή·
το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,
λάμπει, κόφτει το σπαθί.

Γιατί η μάχη εστάθει ολίγη;
Λίγα τα αίματα γιατί;
Τον εχθρό θωρώ να φύγει
και στο κάστρο ν' ανεβεί.

Μέτρα! Ειν' άπειροι οι φευγάτοι,
οπού φεύγοντας δειλιούν·
τα λαβώματα στην πλάτη
δέχοντ', ώστε ν' ανεβούν.

Εκεί μέσα ακαρτερείτε
την αφεύγατη φθορά·
να, σας φθάνει· αποκριθείτε
στης νυκτός τη σκοτεινιά!

Αποκρίνονται και η μάχη
έτσι αρχίζει, οπού μακριά
από ράχη εκεί σε ράχη
αντιβούιζε φοβερά.

Ακούω κούφια τα τουφέκια,
ακούω σμίξιμο σπαθιών,
ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,
ακούω τρίξιμο δοντιών.

Α, τι νύκτα ήταν εκείνη
που την τρέμει ο λογισμός!
΄Αλλος ύπνος δεν εγίνει
πάρεξ θάνατου πικρός.

Της σκηνής η ώρα, ο τόπος,
οι κραυγές, η ταραχή,
ο σκληρόψυχος ο τρόπος
του πολέμου, και οι καπνοί,

και οι βροντές και το σκοτάδι
οπού αντίσκοφτε η φωτιά,
επαράσταιναν τον ΄Αδη
που ακαρτέρειε τα σκυλιά·

Τ' ακαρτέρειε. Εφαίνον' ίσκιοι
αναρίθμητοι, γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ακόμη εις το βυζί.

'Ολη μαύρη μυρμηγκιάζει,
μαύρη η εντάφια συντροφιά,
σαν το ρούχο οπού σκεπάζει
τα κρεβάτια τα στερνά.

Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι
επετιούντο από τη γη,
όσοι ειν' άδικα σφαγμένοι
από τούρκικην οργή.

Τόσα πέφτουνε τα θερι-
σμένα αστάχια εις τους αγρούς·
σχεδόν όλα εκειά τα μέρη
εσκεπάζοντο απ' αυτούς.

Θαμποφέγγει κανέν' άστρο,
και αναδεύοντο μαζί,
ανεβαίνοντας το κάστρο
με νεκρώσιμη σιωπή.

'Ετσι χάμου εις την πεδιάδα,
μες στο δάσος το πυκνό,
όταν στέλνει μίαν αχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό,

Eάν οι άνεμοι μες στ' άδεια
τα κλαδιά μουγκοφυσούν,
σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,
οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

Με τα μάτια τους γυρεύουν
όπου είν' αίματα πηχτά,
και μες στα αίματα χορεύουν
με βρυχίσματα βραχνά·

και χορεύοντας μανίζουν
εις τους ΄Ελληνες κοντά,
και τα στήθια τους εγγίζουν
με τα χέρια τα ψυχρά.

Εκειό το έγγισμα πηγαίνει
βαθειά μες στα σωθικά,
όθεν όλη η λύπη βγαίνει,
και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.

Τότε αυξαίνει του πολέμου
ο χορός τρομακτικά,
σαν το σκόρπισμα του ανέμου
στου πελάου τη μοναξιά.

Κτυπούν όλοι απάνου κάτου·
κάθε κτύπημα που εβγεί
είναι κτύπημα θανάτου
χώρις να δευτερωθεί.

Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει·
λες κι εκείθενε η ψυχή
απ' το μίσος που την καίει
πολεμάει να πεταχθεί.

Της καρδίας κτυπίες βροντάνε
μες στα στήθια τους αργά,
και τα χέρια όπου χουμάνε
περισσότερο ειν' γοργά.

Ουρανός γι' αυτούς δεν είναι,
ουδέ πέλαγο, ουδέ γη·
γι' αυτούς όλους το παν είναι
μαζωμένο αντάμα εκεί.

Τόση η μάνητα κι η ζάλη,
που στοχάζεσαι μη πως
από μία μεριά και απ' άλλη
δεν είνει ένας ζωντανός.

Κοίτα χέρια απελπισμένα
πώς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,

και παλάσκες και σπαθία
με ολοσκόρπιστα μυαλά,
και με ολόσχιστα κρανία,
σωθικά λαχταριστά.

Προσοχή καμία δεν κάνει
κανείς, όχι, εις τη σφαγή·
πάνε πάντα εμπρός. Ω, φθάνει,
φθάνει· έως πότε οι σκοτωμοί;

Ποιος αφήνει εκεί τον τόπο,
πάρεξ όταν ξαπλωθεί;
Δεν αισθάνονται τον κόπο
και λες κι είναι εις την αρχή.

Ολιγόστευαν οι σκύλοι,
και «Αλλά», εφώναζαν, «Αλλά»,
και των Χριστιανών τα χείλη
«φωτιά», εφώναζαν, «φωτιά».

Λιονταρόψυχα, εκτυπιούντο,
πάντα εφώναζαν «φωτιά»,
και οι μιαροί κατασκορπιούντο,
πάντα σκούζοντας «Αλλά».

Παντού φόβος και τρομάρα
και φωνές και στεναγμοί·
παντού κλάψα, παντού αντάρα,
και παντού ξεψυχισμοί.

Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι
εις τ' αυτιά δεν τους λαλεί.
'Ολοι χάμου εκείτοντ' όλοι
εις την τέταρτην αυγή.

Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη
και κυλάει στη λαγκαδιά,
και το αθώο χόρτο πίνει
αίμα αντίς για τη δροσιά.

Της αυγής δροσάτο αέρι,
δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο
στων ψευδόπιστων το αστέρι·
φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ!

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι·
δεν λάμπ' ήλιος μοναχά
εις τους πλάτανους, δεν λάμπει
εις τ' αμπέλια, εις τα νερά.

Εις τον ήσυχον αιθέρα
τώρα αθώα δεν αντηχεί
τα λαλήματα η φλογέρα,
τα βελάσματα το αρνί.

Τρέχουν άρματα χιλιάδες
σαν το κύμα εις το γιαλό,
αλλ' οι ανδρείοι παλληκαράδες
δεν ψηφούν τον αριθμό.

Ω τρακόσιοι, σηκωθείτε
και ξανάλθετε σε μας·
τα παιδιά σας θελ' ιδείτε
πόσο μοιάζουνε με σας.

'Ολοι εκείνοι τα φοβούνται
και με πάτημα τυφλό
εις την Κόρινθο αποκλειούνται
κι όλοι χάνουνται απ' εδώ.

Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου
πείνα και θανατικό,
που με σχήμα ενός σκελέθρου
περπατούν αντάμα οι δυο·

και πεσμένα εις τα χορτάρια
απεθαίνανε παντού
τα θλιμμένα απομεινάρια
της φυγής και του χαμού.

Κι εσύ αθάνατη, εσύ θεία,
που ότι θέλεις ημπορείς.
εις τον κάμπο, Ελευθερία,
ματωμένη περπατείς.

Στη σκια χεροπιασμένες,
στη σκια βλέπω κι εγώ
κρινοδάχτυλες παρθένες
οπού κάνουνε χορό.

Στο χορό γλυκογυρίζουν
ωραία μάτια ερωτικά,
και εις την αύρα κυματίζουν
μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

Η ψυχή μου αναγαλλιάζει
πως ο κόρφος καθεμιάς
γλυκοβύζαστο ετοιμάζει
γάλα ανδρείας κι ελευθεριάς.

Μες στα χόρτα, τα λουλούδια,
το ποτήρι δεν βαστώ·
φιλελεύθερα τραγούδια
σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Πήγες εις το Μεσολόγγι
την ημέρα του Χριστού,
μέρα που άνθισαν οι λόγγοι
για το τέκνο του Θεού.

Σου 'λθε εμπρός λαμποκοπώντας
η Θρησκεία μ' ένα σταυρό,
και το δάκτυλο κινώντας
οπού ανεί τον ουρανό,

«σ' αυτό», εφώναξε, «το χώμα
στάσου ολόρθη, Ελευθεριά!».
Και φιλώντας σου το στόμα
μπαίνει μες στην εκκλησιά.

Εις την τράπεζα σιμώνει,
και το σύγνεφο το αχνό
γύρω γύρω της πυκνώνει
που σκορπάει το θυμιατό.

Αγρικάει την ψαλμωδία
οπού εδίδαξεν αυτή·
βλέπει τη φωταγωγία
στους Αγίους εμπρός χυτή.

Ποιοι είν' αυτοί που πλησιάζουν
με πολλή ποδοβολή,
κι άρματ', άρματα ταράζουν;
Επετάχτηκες εσύ!

Α, το φως που σε στολίζει,
σαν ηλίου φεγγοβολή,
και μακρίθεν σπινθηρίζει,
δεν είναι, όχι, από τη γη.

Λάμψιν έχει όλη φλογώδη
χείλος, μέτωπο, οφθαλμός·
φως το χέρι, φως το πόδι,
κι όλα γύρω σου είναι φως.

Το σπαθί σου αντισηκώνεις,
τρία πατήματα πατάς,
σαν τον πύργο μεγαλώνεις,
κι εις το τέταρτο κτυπάς.

Με φωνή που καταπείθει
προχωρώντας ομιλείς:
«Σήμερ', άπιστοι, εγεννήθη,
ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.

Αυτός λέγει, αφοκρασθείτε:
"Εγώ ειμ' 'Αλφα, Ωμέγα εγώ·
πέστε, που θ' αποκρυφθείτε
εσείς όλοι, αν οργισθώ;

Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω,
που, μ' αυτήν αν συγκριθεί
κείνη η κάτω οπού σας έχω,
σαν δροσιά θέλει βρεθεί.

Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα,
τόπους άμετρα υψηλούς,
χώρες, όρη από τη ρίζα,
ζώα και δέντρα και θνητούς.

Και το παν το κατακαίει,
και δεν σώζεται πνοή,
πάρεξ του άνεμου που πνέει
μες στη στάχτη τη λεπτή"».

Κάποιος ήθελε ερωτήσει:
Του θυμού Του εισ' αδελφή;
Ποιος είν' άξιος να νικήσει
ή με σε να μετρηθεί;

Η γη αισθάνεται την τόση
του χεριού σου ανδραγαθιά,
που όλην θέλει θανατώσει
τη μισόχριστη σπορά.

Την αισθάνονται και αφρίζουν
τα νερά, και τ' αγρικώ
δυνατά να μουρμουρίζουν
σαν ρυάζετο θηριό.

Κακορίζικοι, πού πάτε
του Αχελώου μες στη ροή
και πιδέξια πολεμάτε
από την καταδρομή

να αποφύγετε; Το κύμα
έγινε όλο φουσκωτό·
εκεί ευρήκατε το μνήμα
πριν να ευρείτε αφανισμό.

Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
κάθε λάρυγγας εχθρού,
και το ρεύμα γαργαρίζει
τες βλασφήμιες του θυμού.

Σφαλερά τετραποδίζουν
πλήθος άλογα, και ορθά
τρομασμένα χλιμιντρίζουν
και πατούν εις τα κορμιά.
Ποίος στο σύντροφον απλώνει

χέρι, ωσάν να βοηθηθεί·
ποίος τη σάρκα του δαγκώνει
όσο που να νεκρωθεί.
Κεφαλές απελπισμένες,

με τα μάτια πεταχτά,
κατά τ' άστρα σηκωμένες
για την ύστερη φορά.
Σβιέται -αυξαίνοντας η πρώτη

του Αχελώου νεροσυρμή-
το χλιμίντρισμα και οι κρότοι
και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.
Έτσι ν' άκουα να βουίξει

τον βαθύν Ωκεανό,
και στο κύμα του να πνίξει
κάθε σπέρμα αγαρηνό!
Και εκεί πού 'ναι η Αγία Σοφία

μες στους λόφους τους επτά,
όλα τ' άψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά,
σωριασμένα να τα σπρώξει

η κατάρα του Θεού,
κι απ' εκεί να τα μαζώξει
ο αδελφός του Φεγγαριού.
Κάθε πέτρα μνήμα ας γένει,

κι η Θρησκεία κι η Ελευθεριά
μ' αργό πάτημα ας πηγαίνει
μεταξύ τους και ας μετρά.
Ένα λείψανο ανεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,

κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει
και δεν φαίνεται, και πλιο
και χειρότερα αγριεύει
και φουσκώνει ο ποταμός·

πάντα, πάντα περισσεύει·
πολύ φλοίσβισμα και αφρός.
Α, γιατί δεν έχω τώρα
τη φωνή του Μωυσή;

Μεγαλόφωνα την ώρα
οπού εσβιούντο οι μισητοί,
το Θεόν ευχαριστούσε
στου πελάου τη λύσσα εμπρός,

και τα λόγια ηχολογούσε
αναρίθμητος λαός.
Ακλουθάει την αρμονία
η αδελφή του Ααρών,

η προφήτισσα Μαρία,
μ' ένα τύμπανο τερπνόν
και πηδούν όλες οι κόρες
με τσ' αγκάλες ανοικτές,

τραγουδώντας, ανθοφόρες,
με τα τύμπανα κι εκειές.
Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,

σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.
Εις αυτήν, είν' ξακουσμένο,
δεν νικιέσαι εσύ ποτέ·

όμως, όχι, δεν είν' ξένο
και το πέλαγο για σε.
Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει
κύματ' άπειρα εις τη γη,

με τα οποία την περιζώνει,
κι είναι εικόνα σου λαμπρή.
Με βρυχίσματα σαλεύει
που τρομάζει η ακοή·

κάθε ξύλο κινδυνεύει
και λιμνιώνα αναζητεί.
Φαίνετ' έπειτα η γαλήνη
και το λάμψιμο του ηλιού,

και τα χρώματα αναδίνει
του γλαυκότατου ουρανού.
Δεν νικιέσαι, είν' ξακουσμένο,
στην ξηράν εσύ ποτέ·

όμως όχι δεν είν' ξένο
και το πέλαγο για σέ.
Περνούν άπειρα τα ξάρτια,
και σαν λόγγος στριμωχτά

τα τρεχούμενα κατάρτια,
τα ολοφούσκωτα πανιά.
Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις,
και αγκαλά δεν είν' πολλές,

πολεμώντας, άλλα διώχνεις,
άλλα παίρνεις, άλλα καις.
Μ' επιθυμία να τηράζεις
δύο μεγάλα σε θωρώ,

και θανάσιμον τινάζεις
εναντίον τους κεραυνό.
Πιάνει, αυξαίνει, κοκκινίζει,
και σηκώνει μια βροντή,

και το πέλαο χρωματίζει
με αιματόχροη βαφή.
Πνίγοντ' όλοι οι πολεμάρχοι
και δεν μνέσκει ένα κορμί·

χαίρου, σκιά του Πατριάρχη,
που σε πέταξαν εκεί.
Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι
με τσ' εχθρούς τους τη Λαμπρή,

και τους έτρεμαν τα χείλη
δίνοντάς τα εις το φιλί.
Κειες τες δάφνες που εσκορπίστε
τώρα πλέον δεν τες πατεί,

και το χέρι οπού εφιλήστε
πλέον, α, πλέον δεν ευλογεί.
'Ολοι κλαψτε· αποθαμένος
ο αρχηγός της Εκκλησιάς·

κλάψτε, κλάψτε· κρεμασμένος
ωσάν να 'τανε φονιάς!
'Εχει ολάνοικτο το στόμα
π' ώρες πρώτα είχε γευθεί
τ' ’γιον Αίμα, τ' ’γιον Σώμα·

λες πως θε να ξαναβγεί
η κατάρα που είχε αφήσει,
λίγο πριν να αδικηθεί,
εις οποίον δεν πολεμήσει

και ημπορεί να πολεμεί.
Την ακούω, βροντάει, δεν παύει
εις το πέλαγο, εις τη γη,
και μουγκρίζοντας ανάβει
την αιώνιαν αστραπή.

Η καρδιά συχνοσπαράζει.
Πλην τι βλέπω; Σοβαρά
να σωπάσω με προστάζει
με το δάκτυλο η θεά.

Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη
τρεις φορές μ' ανησυχιά·
προσηλώνεται κατόπι
στην Ελλάδα, και αρχινά:

«Παλληκάρια μου, οι πολέμοι
για σας όλοι είναι χαρά,
και το γόνα σας δεν τρέμει
στους κινδύνους εμπροστά.

Απ' εσάς απομακραίνει
κάθε δύναμη εχθρική,
αλλά ανίκητη μια μένει
που τες δάφνες σας μαδεί.

Μία, που όταν ωσάν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι από τη νίκη,
αχ, το νου σάς τυραννεί.

Η Διχόνοια που βαστάει
ένα σκήπτρο η δολερή
καθενός χαμογελάει,
"πάρ' το", λέγοντας, "και συ".

Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει
έχει αλήθεια ωραία θωριά·
μην το πιάστε, γιατί ρίχνει
εισέ δάκρυα θλιβερά.

Από στόμα οπού φθονάει,
παλληκάρια, ας μην πωθεί,
πως το χέρι σας κτυπάει
του αδελφού την κεφαλή.

Μην ειπούν στο στοχασμό τους
τα ξένη έθνη αληθινά:
"Εάν μισούνται ανάμεσό τους
δεν τους πρέπει ελευθεριά".

Τέτοια αφήστενε φροντίδα·
όλο το αίμα οπού χυθεί
για θρησκεία και για πατρίδα
όμοιαν έχει την τιμή.

Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε
για πατρίδα, για θρησκειά,
σας ορκίζω, αγκαλισθείτε
σαν αδέλφια γκαρδιακά.

Πόσο λείπει, στοχασθείτε,
πόσο ακόμη να παρθεί·
πάντα η νίκη, αν ενωθείτε,
πάντα εσάς θ' ακολουθεί.

Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία,
καταστήστε ένα Σταυρό
και φωνάξετε με μία:
"Βασιλείς, κοιτάξτ' εδώ!

Το σημείον που προσκυνάτε
είναι τούτο, και γι' αυτό
ματωμένους μας κοιτάτε
στον αγώνα το σκληρό.

Ακατάπαυστα το βρίζουν
τα σκυλιά και το πατούν
και τα τέκνα του αφανίζουν,
και την πίστη αναγελούν.

Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη
αίμα αθώο χριστιανικό,
που φωνάζει από τα βάθη
της νυκτός: Να εκδικηθώ.

Δεν ακούτε, εσείς εικόνες
του Θεού, τέτοια φωνή;
Τώρα επέρασαν αιώνες
και δεν έπαυσε στιγμή.

Δεν ακούτε; Εις κάθε μέρος
σαν του ’βελ καταβοά·
δεν ειν' φύσημα του αέρος
που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

Τι θα κάμετε; Θ' αφήστε
να αποκτήσομεν εμείς
λευθεριάν, ή θα την λύστε
εξ αιτίας πολιτικής;

Τούτο ανίσως μελετάτε
ιδού εμπρός σας τον Σταυρό:
Βασιλείς, ελάτε, ελάτε,
και κτυπήσετε κι εδώ!"».

Το είπε...: Διονύσιος Σολωμός

Γίνετε φίλοι μας στα Δημοτικά Τραγούδια
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...